Γιατί δεν μπορώ να κόψω τις κακές συνήθειες

User Rating: 0 / 5

Star InactiveStar InactiveStar InactiveStar InactiveStar Inactive
 

(περιοδικό VITA)

Κάθε αρχή (του χρόνου) και δύσκολη…Κάθε τέτοια εποχή αισθανόμαστε την ανάγκη ή την υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους, να πάρουμε ορισμένες αποφάσεις, να κάνουμε μερικές αλλαγές προς το καλύτερο, αρχίζοντας συνήθως απ’ τις «κακές» συνήθειες: το κάπνισμα, το αλκοόλ, το (πολύ ή κακό) φαγητό, τα υπερβολικά ψώνια κλπ. Πολλές φορές όμως δεν είναι καθόλου εύκολο να φέρουμε εις πέρας με συνέπεια αυτές τις αλλαγές.

 

 

 

 

«Αυτή τη χρονιά θα κόψω το τσιγάρο…από Δευτέρα αρχίζω δίαιτα…έχω δυο βδομάδες που δεν πίνω καθόλου αλκοόλ…»: κάπως έτσι αρχίζουν με ενθουσιασμό και ελπίδα οι διάφορες προσπάθειες απαλλαγής από τις «κακές» μας συνήθειες. Λόγοι υγείας, ευεξίας, αυτοπειθαρχίας, οικονομίας ή η πίεση των άλλων μας κάνουν να πάρουμε την απόφαση να τις καταπολεμήσουμε. Κάτι που συχνά αποδεικνύεται πολύ δύσκολη υπόθεση. Οι καλές προθέσεις και ο ενθουσιασμός ξεφουσκώνουν μετά από ένα –άλλοτε μικρότερο κι άλλοτε μεγαλύτερο- διάστημα και η επιθυμία, η ανάγκη, η μανία της κακιάς (αλλά πολύ αγαπημένης) συνήθειας επανέρχεται δριμύτερη, ενισχύοντας συνήθως έναν φαύλο κύκλο που πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν και βιώνουν επί χρόνια.

Οι περισσότεροι βέβαια πιστεύουν ότι, κατά βάθος, φταίει το γεγονός ότι δεν συνειδητοποιούν πόσο κακό τους κάνει η συνήθεια αυτή. Γιατί μιλώντας για «κακές» συνήθειες, εννοούμε συνήθειες τέτοιες που μας προκαλούν ευχαρίστηση, απόλαυση, ακόμη και ηδονή όταν «ενδίδουμε» σ’ αυτές, ταυτόχρονα όμως, μακροπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα αποβαίνουν βλαβερές για τον οργανισμό μας, για την υγεία μας, την εξωτερική εμφάνιση, το πορτοφόλι, για την ηρεμία μας και τις σχέσεις με τους γύρω μας. Ασφαλώς παίζει ρόλο στον χαρακτηρισμό «κακές» και το μέγεθος του εθισμού, η διάρκεια και κυρίως η θέση που καταλαμβάνουν οι συνήθειες αυτές μέσα στη ζωή ενός ανθρώπου.

«Αν έπρεπε πραγματικά, αν μου έλεγαν ότι «ή σταματάς ή πεθαίνεις» θα σταματούσα την ίδια μέρα» ισχυριζόμαστε οι περισσότεροι. Όμως αυτό δεν ισχύει, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι στατιστικές αλλά και η προσωπική εμπειρία πολλών από μας.

 

Αυτό επιβεβαιώνει και ο Σπύρος 53 ετών, μανιώδης καπνιστής από τα 17 του και υπέρβαρος τα τελευταία 8 χρόνια.

«Εμένα ο γιατρός μου μου το είπε, γιατί έκανα by pass στα 51 μου, ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να αλλάξω ορισμένα πράγματα στη ζωή μου: το τσιγάρο καταρχήν, τις αηδίες που είχα συνηθίσει να τρώω μετά το διαζύγιο, σουβλάκια, τυρόπιτες, μακαρονάδες, πίτσες αλλά βέβαια και τους υπερβολικά αγχώδεις ρυθμούς στη δουλειά. Κι όμως, τον πρώτο χρόνο μετά την εγχείριση, τίποτα. Όλες οι προσπάθειες κρατούσαν το πολύ 4-5 εβδομάδες και μετά φτου κι απ’ την αρχή. Το τσιγάρο, το φαγητό, ακόμα και η δουλειά ήταν ό,τι μου είχε απομείνει για παρηγοριά. Μετά το διαζύγιο την κόρη μου την είχα σχεδόν χάσει, απ’ την πολλή δουλειά δυο τρεις φίλους τους που είχα τους έβλεπα σπάνια, η σεξουαλική μου ζωή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, το σώμα μου σε κακή κατάσταση. Πώς μπορούσα να παραιτηθώ οικειοθελώς κι απ’ τα τελευταία πράγματα που μου έδιναν ευχαρίστηση;»

 

Πράγματι, ο Σπύρος δεν αποτελεί εξαίρεση. Λίγοι είναι αυτοί που καταφέρνουν κατευθείαν, για να αποφύγουν τις κακές συνέπειες των συνηθειών τους, να τις σταματήσουν άμεσα μόλις το πάρουν απόφαση. Οι περισσότεροι, ακόμη κι αν έχουν ψηλό μορφωτικό επίπεδο, δηλαδή είναι καλά και σωστά ενημερωμένοι, δυσκολεύονται, και, ή παρατάνε εντελώς την προσπάθεια ή ξαναρχίζουν πολλές φορές απ’ την αρχή. Τι φταίει;

 

 

 

!! Η απειλή του κινδύνου για την υγεία μας τελικά δεν είναι αρκετός λόγος για να ξεβολευτούμε και να αλλάξουμε ορισμένες συνήθειες μας. Όπως δείχνουν κάποιες στατιστικές, το 90% των ανθρώπων που κάνουν by pass, δυο χρόνια μετά την επέμβαση δεν έχουν αλλάξει συνήθειες που αναγνωρίζουν ως επιβλαβείς για την υγεία τους όπως το τσιγάρο, το αλκοόλ, το φαγητό, την καθιστική ζωή, τους υπερβολικούς ρυθμούς δουλειάς. Επίσης, σύμφωνα με μια έρευνα της ευρωπαϊκής Commission, το 68% των καπνιστών που ερωτήθηκαν, δηλώνουν ότι οι αντικαπνιστικές καμπάνιες, όσο κι αν κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, δεν τους κάνουν να θέλουν να κόψουν το κάπνισμα.

 

 

Ο Γάλλος καθηγητής Robert Molimard, ιδρυτής της «Εταιρείας της καπνολογίας»

(μελετά και ερευνά την συνήθεια του καπνίσματος και τις συμπεριφορές των καπνιστών) υποστηρίζει π. χ. για τους καπνιστές, ότι βρίσκονται ανάμεσα σε δύο θανάσιμες απειλές: αυτή της αρρώστειας και αυτής της διακοπής του καπνίσματος.

Η δεύτερη, πολύ πιο άμεση και απτή, είναι πιο ισχυρή από την πρώτη. Ο καπνιστής αισθάνεται το κάπνισμα σαν κάτι πολύ ζωτικό γι’ αυτόν. Η προοπτική της διακοπής ηχεί λίγο ως πολύ σαν καταδίκη. Η διακοπή του καπνίσματος ισοδυναμεί με την απώλεια μιας ταυτότητας που συνήθως έχει χτιστεί μέσα από μία δύσκολη διαδικασία πολλών χρόνων. Το τσιγάρο, το αλκοόλ, οι υπερβολικοί ρυθμοί της δουλειάς, ακόμη και το φαγητό δεν είναι απλά «συνήθειες».

 

«Είναι ένας τρόπος να είσαι» όπως λέει η Κατερίνα, που κάνει την τρίτη σοβαρή προσπάθεια στα 32 της να κόψει το τσιγάρο και το αλκοόλ. «Μ’ ένα τσιγάρο ή ένα ποτήρι στο χέρι είναι πολύ πιο εύκολο και ίσως μ’ ένα τρόπο και πιο ευχάριστο να συνευρίσκεσαι με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό σου. Χωρίς αυτά παρατηρώ ότι γίνομαι πιο σοβαρή, λιγότερο «ανέμελη» και προσιτή. Είναι πιο δύσκολο να «παίξεις» με τους άλλους, πέφτουν οι μάσκες. Τότε είναι που έρχεται η αμηχανία, σαν να μην ξέρω κι εγώ η ίδια τι να βάλω στη θέση αυτού του παιχνιδιού, ποια είμαι χωρίς τα «όπλα» μου. Για μένα αυτή είναι η πιο δύσκολη δοκιμασία όταν προσπαθώ να ξεκόψω…»

 

Γιατί λοιπόν και πώς να κάνει κάποιος το βήμα και να αφήσει πίσω του αυτό το τόσο ανακουφιστικό κομμάτι του εαυτού του που μπορεί μακροπρόθεσμα να αποτελεί πρόβλημα και κίνδυνο αλλά άμεσα ανακουφίζει, παρηγορεί, δίνει διέξοδο; Γιατί και πώς να επενδύσει κόπο και στέρηση σε μια ζωή που ίσως δεν φαντάζει και τόσο ελκυστική, όπως στην περίπτωση του Σπύρου;

Το «γιατί», λίγο ως πολύ είναι γνωστό σε όλους: είναι λόγοι υγείας, ευεξίας και ποιότητας ζωής. Καλύτερη σωματική κατάσταση, πιο οξείς αισθήσεις, περισσότερη ενέργεια, λιγότερα έξοδα αλλά και λιγότερο άγχος είναι αυτά που έχει κανείς να κερδίσει αν καταφέρει να κόψει τις «κακές» συνήθειες.

Για να διατηρείται η αίσθηση της επιφανειακής ηρεμίας και ισορροπίας είναι απαραίτητη η συγκεκριμένη και τακτική δόση νικοτίνης, αλκοόλ, φαγητού, κατανάλωσης, απασχόλησης που πολλές φορές μάλιστα τείνει να αυξάνεται. Χωρίς αυτήν το ισορροπημένο οικοδόμημα γκρεμίζεται και συχνά τη θέση του παίρνει έντονο άγχος, δυσφορία, κατάθλιψη.

Όμως η ηρεμιστική, αγχολυτική, εξισορροπητική επίδραση των συνηθειών αυτών είναι δυστυχώς στιγμιαία ενώ στην πραγματικότητα οξύνουν την ένταση και το άγχος και δημιουργούν τόσο οργανικά όσο και ψυχικά μια διαρκή κατάσταση άμεσης ανάγκης.

 

Το «πώς» είναι εφικτό αυτό το βήμα είναι μάλλον μια υπόθεση πιο σύνθετη απ’ το απλό «αφού το θέλω θα το κόψω» που θα θέλαμε αλλά ευτυχώς, όχι αδύνατη.

 

Είναι μια διαδικασία αποδόμησης και αναδιοργάνωσης του εαυτού και γι’ αυτό συχνά είναι απαραίτητη η επαγγελματική ψυχολογική υποστήριξη. Καταστάσεις, συνήθειες, συναισθήματα, σχέσεις που είχαν παροπλιστεί και μπει στο περιθώριο μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής πρέπει να «ξαναμπούν στο παιχνίδι», να επαναπροσεγγιστούν, να επαναδιαπραγματευτούν, να αντιμετωπιστούν, ενδεχομένως να αλλάξουν.

Καταπίνοντας ένας άνθρωπος τον καπνό, το φαγητό, το ποτό, πολλές φορές καταπίνει μαζί και τα συναισθήματα, τα προβλήματα στις σχέσεις και αποκοιμίζει τις ικανότητες του να τα διαχειρίζεται. Μαζί με την σωματική εξάρτηση, αυτός είναι ο δεύτερος σημαντικός λόγος που κάνει την διακοπή των συνηθειών αυτών τόσο δύσκολη, τουλάχιστον στην αρχή.

Σαν κίνητρο για να αντεπεξέλθει κανείς σ’ αυτές τις αρχικές δυσκολίες δεν αρκεί η προειδοποίηση για τον κίνδυνο: «αν δεν σταματήσω θα αρρωστήσω, θα μου συμβεί κάτι κακό» αλλά χρειάζεται και η πίστη ότι «αν σταματήσω θα γίνουν καλύτερα πολλά πράγματα στη ζωή μου, θα είναι ένα μεγάλο δώρο προς τον εαυτό μου».

 

Μέσα από μια διαδικασία που σε πάρα πολλές περιπτώσεις διακόπτεται και επαναλαμβάνεται αρκετές φορές μέχρι την οριστική «διακοπή» (π. χ. στο κάπνισμα, ένας συστηματικός καπνιστής συνήθως χρειάζεται 3-4 «αποτυχημένες» προσπάθειες ώσπου να τα καταφέρει οριστικά), ο άνθρωπος που είναι εθισμένος σε κάποιες «κακές» συνήθειες γνωρίζει καλύτερα και ξαναβρίσκει τον εαυτό του:

 

-Αρχίζει να ακούει περισσότερο και να σέβεται τα συναισθήματα του, αρχίζει να έχει ενεργό εσωτερικό διάλογο, να καταλαβαίνει καλύτερα τι του συμβαίνει.

 

-Αρχίζει να αισθάνεται πιο έντονα τον γύρω κόσμο, να καταλαβαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο το ποτό ή το τσιγάρο ή τα καινούργια παπούτσια ή τα ξενύχτια στη δουλειά για να νιώσει πλήρης και επαρκής.

 

-Ωριμάζει, αφήνει πίσω του τις εφηβικές προκλήσεις και ψευδαισθήσεις και αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του.

 

Για το Σπύρο όλα αυτά ήρθαν μέσα από μια αργόσυρτη διαδικασία που κράτησε τρία χρόνια. Εντέλει ξαναδιεκδίκησε τη σχέση με την κόρη του, με τους φίλους του αλλά και με το σώμα του που δεν τόνιωθε πια δικό του έτσι παχύ, αδρανές και άρρωστο όπως τόνιωθε. Όπως λέει ο ίδιος «τελικά, για ν’ αλλάξω δεν με βοήθησε ο φόβος ότι θα πεθάνω αλλά η χαρά που άρχισα να παίρνω από όλα αυτά που είχα παραμελήσει στη ζωή μου…»

 

Pin It
Λουίζα Βογιατζή
Σε μία πρώτη συνεδρία είμαι στη διάθεση σας για να ακούσω με μεγάλη προσοχή αυτό που σας φέρνει στο γραφείο μου, τους προβληματισμούς σας και τα ζητήματα που σας απασχολούν. Ακόμη, θα απαντήσω σε τυχόν ερωτήσεις σας, θα περιγράψω την διαδικασία, θα ακούσω όποιες ανησυχίες ή ενδοιασμούς μπορεί να έχετε, έτσι ώστε να αναζητήσουμε από κοινού τον καλύτερο για σας τρόπο να λάβετε την βοήθεια και τη στήριξη που έχετε ανάγκη. Οι συνεδρίες λαμβάνουν χώρα συνήθως μία φορά την εβδομάδα και διαρκούν 50-55 λεπτά.